- συγκαταζεύγνῡμι
- συγ-κατα-ζεύγνῡμι, mit einander od. zusammen verbinden; ὁϑούνεκ' ἄτῃ συγκατέζευκται κακῇ, einen ans Unglück fesseln; bes. von der Ehe
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
συγκαταζεύγνυμι — Α 1. συνδέω με γάμο, παντρεύω («τοὺς ἀγάμους... ζημίαις ἀπειλοῡντα συγκαταζεῡξαι ταῑς χηρευούσαις γυναιξί», Πλούτ.) 2. μέσ. συγκαταζεύγνυμαι μτφ. δένω τη ζωή μου με κάτι («ἄτῃ συγκατέζευκται κακῇ», Σοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + καταζεύγνυμι «ζεύω… … Dictionary of Greek
συγκαταζευγνύμενον — συγκαταζεύγνυμι yoke together pres part mp masc acc sg συγκαταζεύγνυμι yoke together pres part mp neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συγκαταζεῦξαι — συγκαταζεύγνυμι yoke together aor inf act … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συγκαταζεύγνυνται — συγκαταζεύγνυμι yoke together pres ind mp 3rd pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συγκατεζευγμένης — συγκαταζεύγνυμι yoke together perf part mp fem gen sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συγκατέζευκται — συγκαταζεύγνυμι yoke together perf ind mp 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ζευγνύω — (AM ζεύγνυμι και ζευγνύω) 1. συνάπτω, συνδέω δύο άκρα, συνδέω με ζεύγμα 2. συνδέω με γέφυρα, γεφυρώνω («ζευγνὺς τὸν ποταμόν», Ηρόδ.) 3. τοποθετώ τον ζυγό σε ζώο, ζεύω («ζεῡξαι δ ὑπ ὄχεσφιν ἕκαστον ἵππους», Ομ. Ιλ.) αρχ. 1. (για ίππους) σελλώνω,… … Dictionary of Greek